ΛΕΝΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ-ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ

ΘΕΜΑΤΑ

Άγχος

Ο όρος άγχος (ή στρες) προέρχεται από το ρήμα ἄγχω, που στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει σφίγγω ή πνίγω.

Το άγχος είναι μια φυσιολογική σωματική και ψυχική αντίδραση σε μια απειλή ή σε ένα αίτημα για αντιμετώπιση απαιτητικών καταστάσεων. Εκδηλώνεται ως εσωτερική ένταση και συνήθως συμβαίνει χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής, αλλά απέναντι σε μία ακαθόριστη απειλή που θεωρείται ανεξέλεγκτη ή αναπόφευκτη. Το άγχος συνδέεται με καταστάσεις αγωνίας, ανησυχίας και αβεβαιότητας, όταν υπάρχει η αίσθηση ενός επικείμενου κινδύνου. Το άγχος έχει άμεση σχέση με τον φόβο αλλά, δεν πρέπει να συγχέονται ή να ταυτίζονται οι δύο όροι, καθώς το άγχος περιγράφει μια λιγότερο συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση από εκείνη που περιγράφει ο φόβος. Είναι μια συναισθηματική κατάσταση διέγερσης και έντασης και βιώνεται συχνά ως μια βασανιστική κατάσταση απόγνωσης.

Το άτομο που βιώνει άγχος δεν είναι πάντα σε θέση να καθορίζει ή να εντοπίζει τις αιτίες της συναισθηματικής του κατάστασης, γεγονός που έχει ως ακόλουθο τη χαώδη συναισθηματική του θέση.

Το άγχος συνδέεται με διάφορες σημαντικές ανθρώπινες καταστάσεις, στις οποίες μια νέα προσαρμογή, μια αναγκαία αλλαγή, μια διαφορετική κατάσταση φαίνεται να δημιουργεί πρόσκαιρα στο άτομο κατάσταση άγχους. Το εποικοδομητικό άγχος βοηθά έτσι, ώστε να είναι κάποιος καλύτερα προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει μια δύσκολη, ή μια καινούρια κατάσταση.

Στην Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία διακρίνουμε 3 είδη άγχους: Το πραγματικό, το νευρωτικό, το υπαρξιακό.

Πραγματικό άγχος: Το άγχος, είναι μια χρήσιμη αντίδραση του οργανισμού και θεωρείται κινητήρια δύναμη, όταν είναι ελεγχόμενο, αφού ετοιμάζει το άτομο για μια πιο αποτελεσματική απόδοση, θέτει τον οργανισμό σε συναγερμό και έτσι το άτομο βρίσκεται σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο πριν αυτός εμφανιστεί.

Μπορεί να θεωρηθεί επίσης συνώνυμο στην προσωπική ανάπτυξη, στην αλλαγή, στη βίωση νέων και πρωτόγνωρων εμπειριών, στην αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος στη ζωή. Το φυσιολογικό άγχος, που ακολουθεί τον άνθρωπο σε όλα τα στάδια της ζωής του, ονομάζεται εποικοδομητικό ή «αντικειμενικό» άγχος. Αυτό παρακινεί το άτομο να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος ή να μειωθούν οι επιπτώσεις του. Το φυσιολογικό άγχος, λοιπόν, δεν είναι δυσανάλογο προς μια αντικειμενική απειλή. Ακόμη, με το άγχος μπορούμε να ανακουφιστούμε από την ανία και την αδιαφορία (έρωτας). Το στοιχείο της έντασης και της ζωτικότητας που προσφέρει το άγχος, μερικές φορές, είναι απαραίτητο συστατικό για την επιβίωσή μας, γιατί μέσα από αυτό αυξάνονται οι πιθανότητες για μια δημιουργική λύση. Το άγχος βοηθά στην ωρίμανση του ατόμου, είναι δύσκολο να το διακρίνουμε σε φυσιολογικό και σε παθολογικό.

Νευρωτικό άγχος: Όταν ο προστατευτικός ρόλος του άγχους παύει να υφίσταται, όταν το άτομο βιώνει έντονες και μόνιμες καταστάσεις άγχους, τότε το άτομο δεν θέτει το άγχος σαν κινητήρια δύναμη για να επιλύσει τα προβλήματά του, αλλά το ίδιο, μέσα από το άγχος, αποδιοργανώνεται, αφού το άγχος του καταλύει την ψυχική ζωή. Παρατηρείται λοιπόν ότι το νευρωτικό άγχος είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον αντικειμενικό κίνδυνο και χαρακτηρίζεται από καταπίεση, αποδιοργάνωση και άλλους τύπους εσωψυχικής σύγκρουσης,

Στην περίπτωση που σταματήσει το άγχος να λειτουργεί επικουρικά στην προσωπική εξέλιξη του ανθρώπου, τότε στοιχεία, όπως η ανία, η πλήξη, η μελαγχολία και η αδιαφορία παρουσιάζονται στο προσκήνιο. Αλλά και η καθυστερημένη, η έντονη ή η συνεχιζόμενη εκδήλωσή άγχους είναι εξίσου ανησυχητικά συμπτώματα. Αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το νευρωτικό άγχος είναι η ένταση  και ο χρόνος, κατά τον οποίο αυτά παρουσιάζονται

Υπαρξιακό άγχος: Οι υπαρξιστές θεωρούν ότι το άγχος αποτελεί αντίδραση στο τεράστιο κενό της ύπαρξης και «συγκινησιακό επακόλουθο της άμεσης επίγνωσης της έλλειψης νοήματος των απωλειών και της χαοτικής φύσης του κόσμου στον οποίο ζούμε». Τα άτομα, δηλαδή, αποκτούν άγχος, έχοντας επίγνωσή της μηδαμινότητας της ζωής τους και του αναπόφευκτου του σωματικού θανάτου τους.

Το υπαρξιακό άγχος είναι αυτό που προκύπτει από τα υπαρξιακά δεδομένα, τη θνητότητα, την ελευθερία και την ευθύνη, το ρίξιμο σε έναν κόσμο που δεν έχουμε επιλέξει, η έλλειψη νοήματος στη ζωή, η μοναξιά (υπαρξιακή μοναξιά). Είναι παναθρώπινο, δεν είναι απειλητικό ή τουλάχιστον δεν πρέπει να είναι απειλητικό. Κατά τον Kierkegaard, το άγχος βιώνεται ως η πραγμάτωση της ελευθερίας ως η δυνατότητα της δυνατότητας. Έτσι, το άγχος κατά τον Kierkegaard έρχεται πάντα μαζί με τον ίλιγγο που φέρνει η επίγνωση της ελευθερίας και όλων των δυνατοτήτων και επιλογών που έρχονται μαζί με αυτή. Η επιλογή κατά συνέπεια φέρνει την ευθύνη, κι αυτή η τρομερή ευθύνη, έρχεται χωρίς καμία εγγύηση και χωρίς καμία βάση, αφού κάθε επιλογή είναι πιθανή, η έκβαση της αβέβαιη και κάθε επιλογή φέρνει την άρνηση μιας άλλης. Το άγχος λοιπόν, είναι μια κατάσταση εγγενής της ελευθερίας και των απεριόριστων δυνατοτήτων κι αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Επίσης το άγχος, μιαs και δημιουργείται από τις δυνατότητες, σχετίζεται πάντα με το μέλλον και ποτέ με το παρελθόν. Μπορούμε να νιώσουμε άγχος μόνο για το μέλλον, ενώ για το παρελθόν μπορούμε να νιώσουμε μετανιωμένοι (Tsakiri, 2006).

Το υπαρξιακό άγχος είναι επίσης μία αντίδραση απέναντι στη συνειδητοποίηση της μη-ύπαρξης.  Μία συνάντηση της ύπαρξης με τη μη-ύπαρξη. Και γενικά το άγχος περιέχει κάποιου είδους απώλεια και κάποιου είδους κενό. Ο May (1950) λέει ότι το άγχος οφείλεται στο γεγονός ότι το άτομο «χάνει» κάποια από τα στηρίγματά του, γεγονός που κλονίζει την προσωπικότητά του και του δημιουργεί άγχος. Πιο συγκεκριμένα, τονίζει ότι «το άγχος είναι η κατάσταση στην οποία το άτομο χάνει την προσωπικότητά του, τον εαυτό του, καταστρέφεται ο κόσμος του και γίνεται ένα «τίποτα».

Αυτό το χάσιμο μέσα στους άλλους είναι και αυτό που ο Heidegger περιγράφει ως μη αυθεντική ζωή. Το άγχος έρχεται σε αυτή την περίπτωση να μας υπενθυμίσει αυτό το χάσιμο και να μας αφυπνίσει. Είναι δηλαδή ένα κάλεσμα για να βγούμε από αυτή τη μη αυθεντική ζωή και να αναζητήσουμε μία πιο αυθεντική. «Το άγχος είναι ένα προνόμιο γιατί αυτό μας δίνει την επιλογή και μας ξυπνά από τις αυταπάτες της καθημερινότητας» (Manikath, 1978).